Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΕΣ

Στην ελληνική λαογραφία ο όρος γλωσσοδέτης ή γλωσσολύτης ή και "καθαρογλώσσημα" αποτελεί συνήθως μία πρόταση, την οποία πρέπει κανείς να επαναλάβει ή να επαναλαμβάνει συνεχώς ταχύτερα, με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους, περισσότερο όμως πλαστές, και που καθίστανται έτσι δυσπρόφερτες προκαλώντας τα γέλια με τους αποτυχόντες την ορθή επανάληψη.
Παλιότερα αποτελούσε και "τεστ" προφορικών εισαγωγικών εξετάσεων στις στρατιωτικές Σχολές.
Δείτε κάποιους παρακάτω, τους οπoίους τους βρήκα σε παλιότερο ανθολόγιο:
Άσπρη πέτρα ξέξασπρη
κι απ' τον ήλιο ξεξασπρότερη.

Καλημέρα, καμηλάρη
καμηλάρη, καλημέρα.

Κούπα, καπακωτή,
κούπα καπακωμένη,
κούπα ξεκαπάκωτη,
κούπα ξεκαπακωμένη.

-Εκκλησιά μολυβωτή,
μολυβοκοντυλοπελεκητή,
ποιος σε μολυβοκοντυλοπελέκησε;
-Ο γιος του μολυβοκοντυλοπελεκητή.

Πέφτη έκοψα το πεύκο.
Πέφτη πέφτει ο πεύκος κάτω.

Και άλλοι γλωσσοδέτες:

Ανέβηκα στη τζιτζιριά, στη μιτζιριά,
τη τζιτζιμιτζιχοτζιριά.
Για να κόψω τζίτζιρα, μίτζιρα,
τζιτζιμιτζιχότζιρα

Της καρέκλας το ποδάρι ξεκαρεκλοποδαρώθηκε.

 Η συκιά μας η διπλή, η διπλογυριστή,
 κάνει τα σύκα τα διπλά, τα διπλογυριστά.

 -Γουρούνι , γουρουνόπουλο γουρουνοκουμπαρόπουλο,
 πες μου πού πας και πλένεσαι, και γουρουνολευκαίνεσαι ;
 - Κάτω στα γουρουναύλακα, πού τρέχουνε τ' απόνερα , του λιοτριβιού τα λιόνερα.
 Εκεί πάω και πλένομαι και γουρουνολευκαίνομαι .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου